Κάποιο ξωκκλήσι

Τὸν ὄρθρο σου κ’ ἑσπερινό σου ἀκούω πρωὶ καὶ βράδι…
Πῶς νάρθω πιά, ξωκκλήσι μου, πιστὰ νὰ προσκυνήσω;
Τῆς μάνας μου τὸ φυλαχτό, ποὺ μ’ἄφηκε πετράδι,
τὄχασα πιά, καὶ τὴν εὐκὴ πάω ν’ ἀπολησμονήσω…

Τὸ μονοπάτι σου ἔπαιρνα, μακρυά, στὸ πλατανόρεμμα –
μικρὸς ἐγώ, κι ἀμόλευτη μέσα μου χτύπαγε ἡ καρδιά.
κρατοῦσα τῆς μανούλας μου τὸ κλαδωτό της φόρεμα,
καὶ κείνη μοῦ  ᾽λέγε ὁ Χριστὸς πόσο ἀγαποῦσε τὰ παιδιά…

Ποῦν’ ἡ ἀπονήρευτη καρδιά, κ’ ἡ παιδιακίσια γνώση;
Ποῦν’ ὁ παπὰς κι ὁ ψάλτης σου, καὶ ποῦν’ ἡ γριά-κλησάρισσα;..
Μοῦ ᾽γινε ἡ γνώση παιδεμὸς καὶ πάει νὰ μὲ νεκρώση –
καὶ τὴν καρδιὰ σὲ μά ἄπιστη κομμάτια τὴν ἐχάρισα!

Πετιμεζᾶς-Λαύρας

Δημοσιεύθηκε στη Θέματα - Ὁμιλίες | Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

(Ματθαῖος, 9, 27-36)

Στὸ θαῦμα ποὺ διηγεῖται ἡ αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἔχομε ὅλα ταὰ περιστατικά, ποὺ τὰ βλέπομε σ’ ὅλες σχεδὸν τὶς θεραπεῖες, ποὺ κάνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Δυὸ ἄρρωστοι ποὺ ζητᾶνε ἔλεος κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ ζητάει πίστη· δυὸ ἄνθρωποι ποὺ βεβαιώνουν πὼς πιστεύουν κι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ποὺ ἀμείβει τὴν πίστη τους· μιὰ αὐστηρὴ ἐντολὴ νὰ μὴν κοινολογηθῆ τὸ θαῦμα καὶ μιὰ εὐγνώμονα ἀνυπακοὴ ποὺ τὸ διαλαλεῖ παντοῦ. Ὅλ’ αὐτὰ ἐκθέτονται ὁλωσδιόλου φυσικὰ καὶ ἁπλά, κι αὐτὴ ἡ φυσικότητα καὶ ἁπλότητα μαρτυροῦν μόνες τους γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς εὐαγγελικῆς διήγησης. Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν θέλει νὰ μᾶς πείση, ἀλλὰ θέλει νὰ πιστέψουμε. Ἂν ἤθελε νὰ μᾶς πείση, θὰ χρησιμοποιοῦσε ὅλη τὴν τέχνη τοῦ λόγου καὶ θὰ γινόταν δικηγόρος τῆς ἀλήθειας· μὰ ἐπειδὴ γράφει γιὰ νὰ πιστέψουμε, γι’ αὐτὸ ἐκθέτει τὰ περιστατικὰ τοῦ θαύματος, ἁπλὰ καὶ φυσικά, καθὼς ἔγιναν καὶ καθὼς τὰ ἀκοῦμε στὸ Εὐαγγέλιο αὔριο τῆς θείας Λειτουργίας.

 «Ἐκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς διάβαινε ὁ Ἰησοῦς, τὸν ἀκολούθησαν δυὸ τυφλοί, ποὺ φώναζαν κι ἔλεγαν· «Λυπήσου μας, γιὲ τοῦ Δαβίδ». Κι ὅταν πῆγε στὸ σπίτι, ἦλθαν ἀπὸ κοντὰ οἱ τυφλοὶ κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Πιστεύετε πὼς μπορῶ νὰ κάμω αὐτὸ πού ζητᾶτε;». Τοῦ λέγουν οἱ τυφλοὶ· «Ναί, Κύριε». Τότε ἄγγιξε τὰ μάτια τους μὲ τὰ χέρια του καὶ λέγει· «Κατὰ ποὺ τὸ πιστεύετε, ἄς γίνη σὲ σᾶς». Κι ἀνοίχτηκαν τὰ μάτια τους. Καὶ τοὺς φοβέρισε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· «Κυττᾶτε, νὰ μὴν τὸ μάθη κανείς». Ἀλλὰ ἐκεῖνοι μόλις βγῆκαν τὸ διαλάλησαν σ’ ὅλο τὸν τόπο. Κι ὅταν ἔβγαιναν αὐτοί, νὰ καὶ τοῦ πῆγαν ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ ἦταν ἄλαλος ἐξαιτίας δαιμονικῆς. Κι ὅταν βγάλθηκε ἀπὸ μέσα του τὸ δαιμόνιο, μίλησε ὁ ἄλαλος, καὶ θαύμασε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ κι ἔλεγαν πὼς «Ποτὲ δὲν φάνηκαν τέτοια πράγματα στὸν Ἰσραήλ». Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ἔλεγαν πώς· «Μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονιίων βγάζει τὰ δαιμόνια». Καὶ περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκοντας στὶς συναγωγές των καὶ κηρύσσοντας τὸ Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε ἀνημπόρια μέσα στὸ λαό».

Γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὰ θεία εὐαγγέλια, εἴπαμε πὼς εἶναι τὰ σημεῖα τῆς παρουσίας τοῦ Μεσσία. Καὶ εἴπαμε ἀκόμα πὼς ὁ Μεσσίας δὲν ἦλθε γιὰ νὰ κάμη θαύματα, μὰ ἔκαμε θαύματα γιὰ νὰ φανῆ πὼς ἦλθε. Τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἦταν ὁ σκοπὸς τοῦ ἐρχομοῦ του. Ὁ σκοπὸς του ἦταν ἕνας· ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ ὁποῖο ἔχουν τὴ θέση τους ὅλα τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε. Ἀλλιῶς τὰ θαύματα τῶν Εὐαγγελίων θὰ ἦσαν θεαματικὲς πράξεις, γιὰ νὰ ἐντυπωσιασθοὺν οἱ ἄνθρωποι. Ὁ σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο ἦλθε ὁ Χριστός, εἶναι ἔργο θείας φιλανθρωπίας, γι’ αὐτὸ κι ὅλα τα θαύματα ποὺ ἔκαμε εἶναι πράξεις ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα τα θαύματα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράξεις, θεουργικές, στὶς ὁποῖες φαίνεται ἡ θεία δύναμη ἐπάνω στὴν ὑλικὴ κτίση καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο. Μποροῦσε νὰ κάμη καὶ θαύματα καταστροφικά, καὶ θὰ ἦσαν κι αὐτὰ σημεῖα τῆς δύναμής του, μὰ ὅλα τὰ θαύματα τῶν Εὐαγγελίων εἶναι πράξεις εὐεργετικές. Χαρακτηριστικὰ σὲ μιὰ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεὸς ὀνομάζεται ὄχι θαυματοποιός, ἀλλὰ θαυμαστοποιός· «Ἀγαθῶν θησαυρέ, πηγὴ ἀέναος, Πάτερ ἅγιε, θαυμαστοποιέ, παντοδύναμε καὶ παντοκράτορ…»[1].

Στὸ σημεῖο αὐτὸ οὔτε κι οἱ μαθητὲς μπόρεσαν εὔκολα νὰ καταλάβουν τὸ θεῖο Διδάσκαλο, καθὼς μαρτυρεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅταν κάποτε δὲν τοὺς δέχθηκαν σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Σαμάρειας, ὁ Ἰάκωβος κι ὁ Ἰωάννης πειράχτηκαν καὶ τοῦ εἶπαν «Κύριε, θέλεις νὰ ποῦμε νὰ πέση φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ τοὺς κάψη, καθὼς ἔκαμε κι ὁ Ἠλίας;»[2]. Τότε ὁ Διδάσκαλος γύρισε κι ἐπιτιμητικά τους εἶπε· «Δὲν ξέρετε τίνος πνεύματος εἴσαστε σεῖς· ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦλθε νὰ καταστρέψη τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ νὰ τοὺς σώση»[3]. Κι ὅταν λοιπὸν πολλαπλασιάζη τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τρέφη τὸ λαό, κι ὅταν καταπαύη τὴν τρικυμία καὶ γαληνεύη ἡ θάλασσα, κι ὅταν θεραπεύη ἄρρωστους καὶ δίνη τὴν ὑγεία, ὁ Ἰησοῦς εὐεργετεῖ καὶ σώζει τὸν ἄνθρωπο. Καὶ δὲν τὸ κάνει γιὰ νὰ λύση κάποια προβλήματα, ποὺ πάντα θὰ ὑπάρχουν στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη ἀκριβῶς ποιὸς εἶναι καὶ ποιὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἐρχομοῦ του. Εἶναι βέβαια στὰ Εὐαγγέλια δυὸ θαύματα, ποὺ δὲν φαίνονται νὰ εἶν’ εὐεργετικά· ὅταν ἄφησε καὶ μπῆκαν τὰ δαιμόνια στοὺς χοίρους κι ἔπεσαν οἱ χοῖροι στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν, κι ὅταν εἶπε καὶ ξεράθηκε ἡ ἄκαρπη συκιά. Ἔπρεπε, ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, νὰ δώση μιὰ ἀπόδειξη καὶ τῆς τιμωρητικῆς του δύναμης, μὰ δὲν ἤθελε αὐτὸ νὰ γίνη ἐπάνω στοὺς ἀνθρώπους· «Ἔδει δὲ καὶ τῆς τιμωρητικῆς αὐτοῦ δυνάμεως ἀπόδειξιν παρασχεῖν… οὐκ ἐβούλετο δὲ τοῦτο εἰς ἀνθρώπους ἐνδείξασθαι»[4].

Ἐκεῖνο, ποὺ πάντα μας δίνεται ἀφορμὴ νὰ προσέξουμε στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ λαὸς ὑποδέχεται τὰ θαύματα τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν αὐριανὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, μετὰ τὰ δυὸ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς «ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραὴλ»[5], ἐθαύμασε ὁ λαὸς κι ἔλεγαν ὅτι ποτὲ δὲν φάνηκαν τέτοια πράγματα στὸν Ἰσραήλ. Ἄλλη μιὰ φορά, ὅταν οἱ Φαρισαῖοι ἔστειλαν ὑπηρέτες γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, οἱ ὑπηρέτες γύρισαν ἄπρακτοι καὶ εἶπαν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος!»[6], ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος σὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Πάει νὰ πῆ πὼς ὁ λαός, ὅταν μένη ἀνεπηρέαστος, κρίνει ὀρθὰ καὶ δίκαια.

Εἶναι λεπτὸ καὶ σωστό τὸ αἰσθητήριο τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ καταλαβαίνη κάθε φορὰ τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ κρίνη δίκαια. Γι’ αὐτὸ ἀλλοίμονο σ’ ἐκείνους, ποὺ διαφθείρουν τὸ λαὸ μὲ παραπλανητικὰ συνθήματα, γιὰ νὰ τὸν ἔχουν ὄργανο στὶς ἐπιδιώξεις των. Ἔχουνε νὰ δώσουν λόγο στὸ Θεὸ ὅσοι, ἀντὶ νὰ διδάσκουν τὸ λαὸ καὶ νὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸ καλό, τὸν παρασύρουν στὴν καταστροφή του. Ἡ ἱστορία καὶ στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ στὴν ὑπόθεση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διδάσκει ποῦ ὡδήγησε ἡ καταδημαγώγηση τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὁ λαὸς γίνη ὄργανο τῆς δημαγωγίας, ὕστερα δὲν κρατιέται πουθενὰ μὲ κανέναν τρόπο.

Τὸ ἀντίθετο ἀπ’ ὅ,τι κάνει ὁ λαὸς βλέπομε στὴ στάση τῶν Φαρισαίων ἀπέναντι στὸν Ἰησοῦ Χριστό· «Οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμόνιων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια»[7], οἱ Φαρισαῖοι ἔλεγαν πὼς μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δαιμονίων βγάζει τὰ δαιμόνια. Ὁ λαὸς θαυμάζει κι οἱ Φαρισαῖοι συκοφαντοῦν. Οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι βλέπουν τὰ θαύματα κι ὁμολογοῦν τὴ χάρη, ἐνῶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν λόγο νὰ μὴ βλέπουν μὲ καλὸ μάτι τὸν Ἰησοῦ Χριστό, κρύβουν τὴν εὐεργεσία καὶ συκοφαντοῦν τὸν εὐεργέτη. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεση διαιωνίζει ἀνάμεσα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ στὸν κόσμο. Κι ὅταν εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀλήθεια, οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας βρίσκουν τρόπο νὰ τὴν ἀρνηθοῦν, κι ὄχι μόνο νὰ τὴν ἀρνηθοῦν, ἀλλὰ καὶ νὰ συκοφαντήσουν τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Σὰν ἀπάντηση στὴ στάση τῶν Φαρισαίων, ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπαναλαμβάνει κι ἐδῶ ἐκεῖνο ποὺ κι ἄλλοτε εἶπε γιὰ τὴν εὐεργετικὴ δράση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀφήνοντας πίσω τὶς μικρότητες τῶν ἐχθρῶν του, «περιώδευε ὁ Ἰησοῦς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκοντας τὸ Εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε ἀνημπόρια ἀνάμεσα στὸ λαὸ»[8].

Στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ βλασφημία «κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»· «πᾶσα ἁμαρτία», λέγει «καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται… οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰώνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι»[9], κάθε ἁμαρτία καὶ βλασφημία θὰ συγχωρηθῆ στοὺς ἀνθρώπους, ἡ βλασφημία ὅμως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν θὰ συγχωρηθῆ… οὔτε σὲ τοῦτο οὔτε στὸν ἄλλον κόσμο. Αὐτὸν τὸ λόγο τὸν εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν τὸν κατηγοροῦσαν οἱ Φαρισαῖοι κι ἔλεγαν ὅτι «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμόνιων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια»[10]. Καί, καθὼς ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἀμετανοησία, ἡ διαστροφὴ καὶ ἡ «ἐν συνειδήσει»καὶ σκόπιμα ἄρνηση τῆς ἀλήθειας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σὲ τρεῖς μόνο λέξεις ἐκφράζει τὴ σημασία τοῦ πράγματος· «Βλασφημίας χεῖρον οὐδὲν»[11]. Ἀμήν.


[1] Ε’ εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου.

[2] Λουκ. 9, 54.

[3] Λουκ. 9, 56.

[4] Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὸν ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν, MPG 58, 633,49.

[5] Ματθ. 9, 33-34.

[6] Ἰω. 7,46.

[7] Ματθ. 9, 34.

[8] Ματθ. 4, 23. 9, 35.

[9] Ματθ. 12,31-33.

[10] Ματθ. 9, 34.

[11] Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας ὁμιλίαι καὶ ἐν Ἀντιοχείᾳ λεχθεῖσαι, MPG 49, 31, 7.

Δημοσιεύθηκε στη Εὐαγγέλιο, Διονύσιος Λ. Ψαριανός | Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία, λέγει γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποὺ θεράπευσε τὸ δαιμονιζόμενο παιδί. Αὐτὲς οἱ περικοπές, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ ξεχάσουμε καὶ κάθε φορᾶ μᾶς τὸ ὑπενθυμίζουν πὼς ὁ ἐχθρός τῆς σωτηρίας μας εἶναι ὁ διάβολος. Αὐτὸ βέβαια ἀπὸ πολλοὺς μπορεῖ νὰ μὴν ἀκούεται πολὺ εὐχάριστα, γιατί δὲν ταιριάζει τάχα νὰ ὁμιλοῦμε τώρα γιὰ τέτοια πράγματα. Τί θὰ πῆ διάβολος; Καὶ πῶς μποροῦμε νὰ δεχώμαστε πὼς ὑπάρχει ὁ διάβολος, ποὺ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους; Μὰ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια κι ὅλη ἡ θεία Γραφὴ καθαρὰ ὁμιλοῦν γιὰ τὸ διάβολο, γιὰ τὸ πονηρὸ πνεῦμα, ποὺ πλανᾶ τὴν οἰκουμένη καὶ δυναστεύει τὸν ἄνθρωπο. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως τὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο, μεταφρασμένο στὴ γλώσσα μας.

«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος πλησίασε τὸν Ἰησοῦ, γονάτισε μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τὸ παιδί μου, ποὺ ἔχει πνεῦμα ἄλαλο·  ὅταν τὸ πιάση, τὸ ρίχνει κάτω κι ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ ξεραίνεται. Καὶ εἶπα στοὺς μαθητές σου γιὰ νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν μπόρεσαν». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε καὶ εἶπε· «Ὢ γενεὰ ἄπιστη! Ὥςπότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω; Φέρτε μου ἐδῶ το παιδί». Καὶ τοῦ τὸ ἔφεραν. Κι ὅταν τὸ παιδὶ εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἀμέσως τὸ πονηρὸ πνεῦμα τὸ τράνταξε κι ἔπεσε στὴ γῆ καὶ κυλιότανε ἀφρίζοντας. Κι ὁ Ἰησοῦς ρώτησε τὸν πατέρα του «Πόσος καιρὸς εἶναι ἀπὸ τότε ποὺ τὸ ἔπαθε;». Κι ὁ πατέρας εἶπε· «Ἀπὸ μικρὸ παιδί. Καὶ πολλὲς φορὲς καὶ στὴ φωτιὰ τὸ ἔρριξε καὶ στὸ νερό, γιὰ νὰ τὸ ξεκάμη. Μά, ἂν μπορεῖς, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας». Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· «Ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψης, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει». Κι ἀμέσως ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ φώναξε καὶ μὲ δάκρυα εἶπε· «Πιστεύω, Κύριε· βόηθα τὴν ἀπιστία μου!». Κι ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς πὼς μαζεύεται κόσμος, μίλησε αὐστηρὰ στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα καὶ εἶπε· «Πνεῦμα ἄλαλο καὶ κουφό, ἐγὼ σὲ διατάζω· νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ παιδὶ καὶ νὰ μὴν τὸ ξαναπειράξης». Καὶ τὸ πνεῦμα ἔβαλε μεγάλη φωνή, τράνταξε δυνατά τὸ παιδὶ καὶ βγῆκε. Καὶ τὸ παιδὶ ἔμεινε σὰν καὶ νὰ ἦταν νεκρό, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν πὼς πέθανε. Τότε ὁ Ἰησοῦς τὸ ’πιασε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ σήκωσε, κι ἐκεῖνο στάθηκε ὀρθό. Ὅταν ὕστερα ὁ Ἰησοῦς πῆγε στὸ σπίτι, οἱ μαθητὲς του τὸν πῆραν καταμέρος καὶ τὸν ρωτοῦσαν· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλωμε τὸ πονηρὸ πνεῦμα;». Κι ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· «Τὰ πονηρὰ πνεύματα μὲ κανέναν τρόπο δὲν βγαίνουν παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ μὲ νηστεία». Κι ὅταν βγῆκαν ἀπὸ κεῖ, διάβαιναν κρυφὰ μέσ’ ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, κανένας δὲν ἤθελε νὰ τὸ ξέρη. Γιατί δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε ὅτι «Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίνεται στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων καὶ θὰ τὸν σκοτώσουν· κι ἀφοῦ πεθάνη, τὴν τρίτη μέρα θὰ ἀναστηθῆ».

Θὰ θέλαμε κι ἐμεῖς, ἂν ἦταν τρόπος νὰ μὴν κάνωμε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ γιὰ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Γιατί ὁ καιρός μας δὲν σηκώνει τέτοιο λόγο. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀνέχονται καὶ δὲν θέλουνε νὰ ἀκοῦν γιὰ δαιμονιζόμενους. Δὲν πιστεύουν πὼς ὑπάρχουν τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ θαρροῦν πὼς ὅσα λέγονται γι’ αὐτὰ στὴ θεία Γραφὴ εἶναι λαϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ παλιοῦ καιροῦ. Ὅμως οἱ ἴδιοι, ποὺ εἰρωνεύονται κάθε λόγο γιὰ τὸν διάβολο καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα, εἶναι γεμάτοι προλήψεις καὶ δεισιδαιμονίες. Ὅσοι πειράζονται, ὅταν ἀκοῦν τὸ Εὐαγγέλιο νὰ ὁμιλῆ γιὰ δαιμονιζόμενους, ὅμως καὶ πιστεύουν στὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ τὰ φοβοῦνται. Μακάρι νὰ πίστευαν στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ φοβούντανε τὸ Θεό, γιατί τὸ Εὐαγγέλιο δὲν λέγει ψέματα, κι ὁ Θεὸς εἶναι πιὸ δυνατὸς ἀπὸ τὸν διάβολο κι ὅλες τὶς στρατιὲς τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ἡ θεία Γραφὴ ὁμιλεῖ πολὺ καθαρὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ μᾶς μένη ἀμφιβολία πὼς ὁ διάβολος καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα δὲν εἶναι μιὰ πλανεμένη πίστη τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Πρέπει νὰ ξεγράψουμε καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε πολλὰ πράγματα ἀπὸ τὴν πίστη μας, γιὰ νὰ φτάσουμε νὰ ποῦμε πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Καὶ πρέπει νὰ ξεγράψουμε ὅλα τα θαύματα τῶν Εὐαγγελίων καὶ νὰ ἀρνηθοῦμε κάθε ἀξιοπιστία στοὺς ἱεροὺς Εὐαγγελιστές, γιὰ νὰ ποῦμε πὼς οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ποὺ ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, δὲν εἶναι ἀληθινές.

Μερικοί, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴ νεώτερη φιλοσοφικὴ σκέψη, εἶπαν πὼς δὲν ὑπάρχει ὁ κόσμος τῶν πονηρῶν πνευμάτων καὶ πὼς αὐτὸ ποὺ ἡ θεία Γραφὴ ὀνομάζει σατανᾶ καὶ διάβολο εἶναι προσωποποίηση τοῦ κακοῦ. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀντίληψη εἶναι μία ἐπικίνδυνη κακοδοξία καὶ πλάνη, ποὺ μᾶς πηγαίνει πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὶς βάσεις τῆς πίστεως, ἀπὸ τὸ λόγο δηλαδὴ τῆς θείας Γραφῆς κι ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Κυρίου κι ὅπου τα Εὐαγγέλια ὁμιλοῦν γιὰ θεραπεῖες δαιμονιζόμενων ἀνθρώπων, βλέπομε καθαρὰ πὼς τὸ πονηρὸ πνεῦμα δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα, ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο, καθὼς ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα, τὰ ἀκοῦμε νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἐκδηλώνονται μέσα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο βλέπομε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ ἀπευθύνεται στὸ πονηρὸ πνεῦμα· «Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω…». Τί πρέπει ἐδῶ νὰ ὑποθέσουμε; Ἂν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἀπευθύνεται σὲ κάποιον ποὺ τὸν ἀκούει, τότε λοιπὸν θὰ πῆ πὼς προσαρμόζεται στὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνου τοῦ καιροῦ καὶ προσποιεῖται πὼς τάχα ὁμιλεῖ στὸ πονηρὸ πνεῦμα. Μὰ τὰ Εὐαγγέλια δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ φαντασθοῦμε τέτοιο πράγμα γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. 

Ρητὰ λέγεται στὴ θεία Γραφὴ πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε γιὰ νὰ συντρίψη τὸ σατανᾶ, γιὰ νὰ καταργήση «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον». Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ Ἑωσφόρος, ὁ ἀρχάγγελος, ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν στὴν ἀνταρσία του ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο καὶ τραγικὸ γκρέμισμα εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς· «Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα», εἶδα τὸ σατανᾶ σὰν ἀστραπὴ νὰ πέφτη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτὸς ἀπὸ τότε ἀντιστρατεύεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ σ’ αὐτὸν ὀφείλεται ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξαιτίας ποὺ ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος ἦλθε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ γλυτώση τὸ πλάσμα ἀπὸ τὴν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου. Πῶς μποροῦμε σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο νὰ ἀρνηθοῦμε καὶ νὰ παρερμηνεύσουμε τὸ λόγο τῆς θείας Γραφῆς, ποὺ εἶναι πολὺ σαφὴς καὶ κατηγορηματικός; Ὁ διάβολος καὶ τὸ ἔργο του εἶναι μιὰ πραγματικότητα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.

Ὁ σατανᾶς εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Ἂν δὲν ἦταν, θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσουμε τὴν αἰτία αὐτὴ μέσα μας· κι ἂν εἶναι μέσα μας ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, τότε τὸ κακὸ εἶναι στὴ φύση μας, κάτι δηλαδὴ ποὺ τὸ δημιούργησε ὁ Θεός. Ἀλλὰ τότε μάταιο εἶναι νὰ ἀγωνιζώμαστε καὶ νὰ θέλωμε νὰ γίνωμε καλύτεροι· δὲν ὑπάρχει τρόπος, γιατί ἡ αἰτία κι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ εἶναι μέσα μας. Εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε· ὅ,τι ὁ καθένας γεννιέται, ὄχι κι ὅ,τι μπορεῖ νὰ γίνη μὲ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴν παιδεία καὶ τὴ θεία χάρη… Ἂν ἀφήσουμε νὰ περάση ἀπὸ τὸ μυαλό μας γιὰ μιὰ στιγμὴ μιὰ τέτοια σκέψη, τότε μπροστὰ μας γκρεμίζεται ὅλη ἡ ζωὴ καὶ ἡ πίστη μας, κάθε ἔννοια νόμου καὶ δικαιοσύνης καὶ παιδείας καὶ κάθε προσπάθεια γιὰ ἠθική μας βελτίωση. Μὰ ἡ Ἐκκλησία διδάσκει καθαρὰ πὼς ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ στὸν κόσμο εἶναι ὁ σατανᾶς· ἀλλιῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Θεός, παρεκτὸς κι ἂν ποῦμε ὅτι στὸν κόσμο δὲν ὑπάρχει τὸ κακό. Ὁ σατανᾶς εἶναι ὁ «ἀντικείμενος», ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἐναντιώνεται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Στὸ αὐριανὸ Εὐαγγέλιο δὲν θὰ πρέπει νὰ περάσουμε ἀπαρατήρητα τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· «Ὦ ἄπιστη γενεά! Ὥς πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ὥς πότε θὰ σᾶς βαστάξω;». Καὶ θὰ πρέπει τὰ λόγια αὐτὰ νὰ τὰ συνδυάσουμε μὲ ὅσα προφητικὰ γράφει ὁ Ἀπόστολος σχετικὰ μὲ τοὺς ἔσχατους καιρούς. Πρῶτα θὰ ἔλθη ἡ ἀποστασία καὶ θὰ ἀποκαλυφθῆ «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα…». Φοβούμαστε καὶ δὲν θέλομε νὰ ποῦμε μήπως ἐμεῖς εἴμαστε ἡ ἄπιστη γενεά, ποὺ δὲ θὰ μπορέση πιὰ νὰ μᾶς ἀνεχθῆ καὶ νὰ μᾶς βαστάξη ὁ Θεός. Γιατί δὲν εἶναι ψέμα πὼς καὶ ἀποστατήσαμε καὶ πήραμε τὸ δρόμο τῆς καταστροφῆς καὶ ἤρθαμε ἀντιμέτωποι στὸ Θεὸ καὶ σὲ κάθε ἱερὸ καὶ ὅσιο, ποὺ ὡς τώρα σεβάστηκαν οἱ ἄνθρωποι. Μπροστά σε μιὰ τέτοια πραγματικὴ καὶ ἀναντίρρητη κατάσταση τοῦ κόσμου οἱ πιστοὶ δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λένε κάθε μέρα «Πάτερ ἠμῶν… ρύσαι ἠμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἀμήν.

Δημοσιεύθηκε στη Κήρυγμα, Διονύσιος Λ. Ψαριανός, Εὐαγγέλιο | Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ   ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ἡ τρίτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθὼς ἀλλιῶς λέγεται, εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα σὲ εἰδικὴ λιτανεία, ἡ Ἐκκλησία βγάζει στὴ μέση τοῦ ναοῦ τὸν τίμιο Σταυρό, γιὰ νὰ προσκυνήσουν οἱ πιστοί. Ἡ προσκύνηση τοῦ τιμίου Σταυροῦ μᾶς θυμίζει τὸ ἑκούσιο Πάθος τοῦ Κυρίου καὶ ζωντανεύει μέσα μας τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀνάστασης. Ὅπως ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔτσι κι ἐμεῖς, σταυρωμένοι μαζί του, περνώντας ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ Σταυροῦ, φτάνομε στὴ χαρὰ τῆς Ἀνάστασης. Ἄς ἀκούσωμε ὅμως στὴν ἁπλὴ δική μας γλώσσα τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, ποὺ θὰ διαβαστῆ αὔριο στὴ θεία Λειτουργία.

Εἶπε ὁ Κύριος· «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθῆ, ἄς ἀρνηθῆ τελείως τὸν ἑαυτό του, ἄς σηκώση τὸ σταυρό του κι ἄς μὲ ἀκολουθῆ. Γιατί ὅποιος θέλει νὰ σώση τὴν ψυχή του, αὐτὸς πρέπει νὰ βάλη τὴ ζωή του· κι ὅποιος θὰ βάλη τὴ ζωή του γιὰ μένα καὶ γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὸς θὰ σώση τὴν ψυχή του. Γιατί τί θὰ ὠφελήση τὸν ἄνθρωπο, ἂν κερδίση ὅλο τὸν κόσμο καὶ ζημιωθῆ στὴν ψυχή του; Ἢ τί ἀντάλλαγμα θὰ δώση ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ψυχή του; Ὅποιος τυχὸν θὰ ντραπῆ γιὰ μένα καὶ γιὰ τὰ λόγια μου σὲ τοῦτο τὸν ἄπιστο καὶ ἁμαρτωλὸ κόσμο, κι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ντραπῆ γι’ αὐτόν, ὅταν θὰ ‘ρθῆ μέσα στὴ θεϊκή του δόξα μαζὶ μὲ  τοὺς ἁγίους ἀγγέλους». Καὶ ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς στὸ λαὸ καὶ στοὺς μαθητές του · «Σᾶς βεβαιώνω πὼς εἶναι κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ στέκουν τώρα ἐδῶ, ποὺ δὲν θὰ πεθάνουν, ὥσπου νὰ δοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχη ἁπλωθῆ σ’ ὅλη τὴ γῆ».

Ὁ Σταυρός, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ὅ,τι μὲ ἄλλη λέξη ὀνομάζομε καθῆκον ἤ χρέος. Καλύτερα ὅμως νὰ λέμε χρέος καὶ ὄχι καθῆκον. Καθῆκον εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐπιβάλλει κάποιος νόμος, ἕνας δηλαδὴ ἐξωτερικὸς καταναγκασμός· ἐνῶ χρέος εἶναι ὅ,τι αἰσθανόμαστε νὰ πηγάζη ἀπὸ μέσα μας, κάτι ποὺ ἐμεῖς ἐλεύθερα καὶ μόνοι μας τὸ θέλομε. Ὅμως ἐδῶ δὲν συμφωνοῦν οἱ  ἄνθρωποι, κι ὁ καθένας κάθε φορά μὲ ἄλλο μέτρο καὶ μὲ δικό του τρόπο βλέπει τὸ χρέος του. Μάλιστα τώρα τελευταῖα οἱ  ἄνθρωποι δὲν σκέφτονται καθόλου τὸ χρέος μήτε καὶ τὸ καθῆκον, καὶ ὁμιλοῦν μόνο γιὰ δικαιώματα. Χρέος εἶναι νὰ δώσης καὶ δικαίωμα νὰ πάρης, καὶ εἶναι πολλοί, ποὺ θαρροῦν πὼς ἦρθαν στὴ ζωὴ μόνο γιὰ νὰ πάρουν κι ὄχι καὶ γιὰ νὰ δώσουν. Τὸ χρέος σου δὲν μπορεῖς νὰ τὸ ἀρνηθῆς, μὰ τὸ δικαίωμά σου μπορεῖς νὰ τὸ ἀφήσης· μὰ τώρα οἱ  ἄνθρωποι τὰ χρέη τους τὰ ξεχνᾶνε, ἀλλὰ τὰ δικαιώματά τους δὲν τὰ παρατᾶνε. Γι’ αὐτὸ ὁ κόσμος εἶναι ἄνω κάτω καὶ κοντεύει νὰ λείψη ἀπὸ τὴ ζωή μας καὶ σεβασμὸς καὶ ὑπακοὴ καὶ πειθαρχία καὶ τάξη. Τὰ παιδιὰ δὲν ὑπακοῦνε στοὺς γονεῖς, οἱ  μαθητὲς δὲν σέβονται  τοὺς δασκάλους, οἱ  γυναῖκες δὲν ὑποτάσσονται στοὺς ἄνδρες τους, οἱ  ἄνδρες δὲν ἀγαποῦν τὶς γυναῖκες τους.

Ὅλα αὐτὰ γίνονται, γιατί οἱ  ἄνθρωποι δὲν σκέφτονται πιὰ τὸ χρέος, γιατί κανένας δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ σηκώση τὸ σταυρό του, νὰ συμμορφωθῆ σ’ ἐκεῖνο ποὺ θέλει καὶ ὁρίζει ὁ Θεός.  Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ  ἄνθρωποι σηκώνουν πολλοὺς σταυρούς, ἐπειδὴ δὲν σηκώνουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ὅποιοι δὲν θέλουν νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, σηκώνουν ἄλλους βαρύτερους σταυρούς, κι ἃς μὴν τὸ ὁμολογοῦν. Ὅποιοι δὲν θέλουν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὸ χρέος, ποὺ ὁρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὑποδουλώνονται σὲ ἄλλα θελήματα καὶ δουλεύουν σὲ ἄλλα ἀφεντικά, ποὺ ταπεινώνουν καὶ ἐξουθενώνουν τὸν ἄνθρωπο, σὰν ἐλεύθερο πρόσωπο καὶ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σταυρὸς ἔγινε ὁ βασιλικὸς θρόνος τοῦ Χριστοῦ κι εἶναι ἡ σκάλα, μὲ τὴν ὁποία οἱ πιστοὶ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό. Μὰ οἱ  σταυροί, ποὺ ὁ κόσμος φορτώνει στοὺς ἀνθρώπους εἶναι δεσμὰ ποὺ σκλαβώνουν κι ἐξανδραποδίζουν. Ὁ Χριστὸς εἶπε γιὰ τὸ Σταυρό του πὼς εἶναι ζυγὸς χρηστός, ποὺ δὲν ντροπιάζει δηλαδὴ ἀλλὰ τιμᾶ  τοὺς ἀνθρώπους. Μὰ δὲν ὑπάρχει, ἀλήθεια, πιὸ βαρὺς σταυρὸς ἀπὸ τὸ σταυρὸ τῆς ἁμαρτίας, ποὺ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν σηκώνουν καὶ στενάζουν κάτω ἀπὸ τὸ ἀσήκωτο βάρος της.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν καλή  τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρό του, λέγει· «Ὅστις θέλει…». Δὲν βιάζει δηλαδὴ καὶ δὲν ἐξαναγκάζει κανέναν. Κι ὅταν καλῆ  τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ  τοὺς λυτρώση ἀπὸ τὸ βάρος τῶν σταυρῶν τοῦ κόσμου, λέγει· «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες.,.» καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις λέγει γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, γιὰ τὸ Σταυρὸ του δηλαδή, ποὺ εἶναι στ’ ἀλήθεια σταυρὸς καὶ χρέος, μὰ εἶν’ ἐλαφρύτερος ἀπ’ ὅλους  τοὺς σταυροὺς τοῦ κόσμου κι εἶναι σταυρὸς ποὺ σώζει. Γιατί ὁ κόσμος ξεγελάει καὶ κάνει  τοὺς ἀνθρώπους νὰ πιστέψουν πὼς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι βαρὺς κι ἀσήκωτος, πὼς οἱ  ἐντολὲς καὶ τὰ χρέη ποὺ ὁρίζει ὁ Χριστός, δεσμεύουν τὴν ἐλευθερία μας, πὼς μᾶς στεροῦν τὴ χαρὰ καὶ πὼς μᾶς ἀρνιοῦνται κάθε ἀπόλαυση τῆς ζωῆς. Καὶ ξεγελιοῦνται οἱ  ἄνθρωποι καὶ πετᾶνε τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν φορτώνονται βαρύτερους σταυρούς. Ὄχι πὼς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι βαρύς, ὄχι πὼς τὸ χρέος καὶ ἡ ἀρετὴ δὲν ἔχουν κόπο, μὰ ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι σταυρὸς τίμιος καὶ τὸ χρέος καὶ ἡ ἀρετή, ἐνῶ στὴν ἀρχὴ κουράζουν, ὕστερα φέρνουν ἀνάπαυση στὴν ψυχὴ καὶ χαρά.

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου φέρνει στὴν ἀνάσταση καὶ στὴ ζωή, ἐνῶ οἱ  σταυροὶ τοῦ κόσμου ὁδηγοῦν στὸ θάνατο καὶ στὴν ἀπώλεια. Ἔπειτα κι ἂν εἶναι βαρὺς ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, κι ἂν εἶναι αὐταπάρνηση καὶ θυσία, ὅμως ὁ χριστιανὸς δὲν τὸν σηκώνει μόνος του, ἀλλὰ τὸν βοηθάει καὶ τὸν ἐνισχύει ἡ θεία χάρη. Γι’ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει πὼς οἱ  ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ «βαρεῖαι οὐκ εἰσὶν». Ὄχι πὼς δὲν ἔχουν βάρος, ὄχι πὼς ἡ ἀρετὴ κι ἡ ἁγιωσύνη εἶν’ εὐκολοκατόρθωτες, μὰ εἶναι ἡ θεία χάρη, ποὺ βοηθάει κάθε πιστό, ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία του, γιὰ νὰ σηκώση τὸ σταυρό του καὶ γιὰ νὰ ἐπιτελέση ἁγιωσύνη. Ἐκεῖνοι ποὺ γελιοῦνται καὶ σηκώνουν  τοὺς σταυροὺς τοῦ κόσμου δὲν ἔχουν βοηθό, παλεύουν μόνοι κι ἔρημοι, καὶ βλέπουν ἐπάνω τὸν οὐρανὸ στεγανὸ καὶ κλειστὸ καὶ κάτω τὴ γῆ διψασμένη κι ἔρημη.

Ὁ λόγος γιὰ τὸ Σταυρό, καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος, εἶναι «πολὺς καὶ δυσερμήνευτος». Εἶναι λόγος μεγάλος καὶ βαρὺς, ποὺ δὲν τὸν ἀντέχουν ὅλοι, γιατί δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ σηκώσουν τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Μὰ οἱ  χριστιανοὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ λόγο γιὰ τὸ Σταυρὸ δέχονται καὶ τὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ σηκώνουν. Προσκυνοῦν τὸν τίμιο Σταυρὸ καὶ στὸν πνευματικό τους ἀγώνα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ζητοῦν τὴν ἐνίσχυση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σήκωσε τὸ Σταυρὸ καὶ πέθανε στὸ Σταυρό, γιὰ νὰ ὁδηγήση  τοὺς ἀνθρώπους στὴν Ἀνάσταση. Στὴν Ἀνάσταση ἕνας δρόμος ὁδηγεῖ, ὁ δρόμος τοῦ Σταυροῦ. Μακάρι κι ἐμεῖς, σταυρωμένοι μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο νὰ φτάσουμε στὸ ἴδιο ἔνδοξο τέρμα, ὅπως σ’ ἕναν ὕμνο τὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία· «Ὁ Σταυρός σου, Κύριε, ζωὴ καὶ Ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου».Ἀμήν.

Δημοσιεύθηκε στη Κήρυγμα, Εὐαγγέλιο | Σχολιάστε

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ΝΗΣΤΕΙΩΝ

3 Ἀπριλίου 1983

+Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Τὸ Τριώδιο, καὶ μάλιστα ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἶναι καιρὸς πνευματικοῦ ἀγώνα καὶ ἠθικῆς προετοιμασίας τῶν χριστιανῶν. Τὸ λέμε αὐτὸ πάντα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομε, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνᾶμε. Ἕνα-ἕνα μᾶς ἀνεβάζει ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ Κυριακὴ σὲ Κυριακή τὰ σκαλοπάτια στὴν κλίμακα τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς μας προετοιμασίας γιὰ τὶς μεγάλες καὶ ἅγιες ἡμέρες τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Αὔριο λοιπὸν στὴ θεία Λειτουργία διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν Καπερναούμ, τότε ποὺ θεράπευσε τὸν παραλυτικό. Ὁ λόγος, ποὺ διαβάζεται αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι γιατί ἡ Ἐκκλησία θέλει νὰ μᾶς ξαναθυμίση τὴ θλιβερὴ πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς διδάξη τὴν ἀλήθεια πὼς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μᾶς λυτρώνει καὶ μᾶς σώζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλ’ ἄς ἀκούσωμε πρῶτα τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ ὁμιλοῦμε σήμερα.

«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὴν Καπερναούμ· Καὶ διαδόθηκε πὼς ἦταν σὲ κάποιο σπίτι. Ἀμέσως λοιπὸν μαζεύτηκαν πολλοί, τόσοι ποὺ δὲν χωροῦσαν μηδὲ στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ· καὶ τοὺς ἐκήρυττε τὸ λόγο. Ἔρχονται τότε καὶ τοῦ φέρνουν ἕναν παραλυτικό, ποὺ τὸν σήκωναν τέσσερις ἄνθρωποι. Κι ἐπειδὴ δὲν μπορούσανε νὰ τὸν πλησιάσουν, ἐξαιτίας ποὺ ἦταν πολὺς ὁ κόσμος, ἔβγαλαν τὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ στὸ μέρος ποὺ ἦταν ὁ Ἰησοῦς, ἔκαναν τόπο καὶ κατέβασαν τὸ κρεββάτι, ὅπου ἐπάνω ἦταν κατάκοιτος ὁ παραλυτικός. Ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, λέγει ὁ Ἰησοῦς στὸν παραλυτικὸ· «Παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Καὶ κάθονταν ἐκεῖ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς, ποὺ διαλογίζονταν μέσα τους· «Τί βλασφημίες λέγει αὐτός; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός;». Κι ἀμέσως κατάλαβε ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ πνεῦμα του πὼς τέτοια διαλογίζονται μέσα τους καὶ τοὺς λέγει· «Τί βάζετε αὐτὰ στὸ μυαλό σας; Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πῶ στὸν παραλυτικό· ‘Σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες;’ ἢ νὰ πῶ· ‘Σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ περπάτα;’. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες ἐδῶ στὴ γῆ, λέγει στὸν παραλυτικό· Σοῦ λέγω, σήκω ἐπάνω, πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Κι ὁ παραλυτικὸς σηκώθηκε ἀμέσως, πῆρε τὸ κρεββάτι του καὶ βγῆκε μπροστὰ στὰ μάτια ὅλου τοῦ κόσμου, ἔτσι ποὺ ὅλοι νὰ τὰ ’χουν σὰν χαμένα, νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ λένε· «Ποτὲ δὲν εἴδαμε τέτοια πράγματα! »

Ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πάντα. Τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτῆ ἀπὸ τὰ μάτια του. Ὅπου καὶ νὰ πᾶμε, ὅπου κι ἂν κρυφτοῦμε, ὁ Θεὸς μᾶς βλέπει. Βλέπει τὶς ἐπιθυμίες μας καὶ τοὺς διαλογισμούς μας, βλέπει τὶς πράξεις μας κι ἀκούει τὰ λόγια μας. Ὅταν ὁ καθένας μας αὐτὸ σὰν ἁμαρτωλός τὸ σκεφτῆ καλά, ἔρχονται τότε στὸ στόμα του τὰ λόγια τοῦ ψαλμοῦ· «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;»1. Ποῦ νὰ πᾶμε καὶ ποῦ νὰ κρυφτοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; Οἱ γραμματεῖς ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὴν Καπερναοὺμ ταράχτηκαν μέσα τους καὶ σκανδαλίστηκαν, ὅταν ἄκουσαν καὶ εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς· «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»2. Πραγματικὰ μόνο ὁ Θεὸς ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴ δύναμη νὰ συγχωρῆ ἁμαρτίες. Μὰ ἦσαν δειλοὶ καὶ δὲν τὸ εἶπαν φανερά, μόνο τὸ διαλογίστηκαν καὶ τὸ εἶπαν μέσα τους. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶδε τὸν κρυφό τους διαλογισμὸ κι ὅπως τοὺς μίλησε τοὺς ἀπόδειξε πὼς ἦταν Θεός, ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ βλέπη καὶ νὰ ἐρευνᾶ τὰ βάθη τῶν ἀνθρώπων. Μόνο το Ἅγιο Πνεῦμα τὸ μπορεῖ αὐτό, ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς «ὁ πανταχοῦ παρών». Αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν γράφη «ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ»3. Δὲν κατάλαβε μὲ τὴ σκέψη του, ἀλλὰ εἶδε καλὰ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καθὼς γράφει ὁ Ἀπόστολος «τὰ πάντα ἐρευνᾶ»4 καὶ μόνο αὐτὸ ξέρει ὄχι μόνο τα βάθη τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ «καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ». Τὸ Θεὸ μόνο ὁ Θεὸς τὸν ξέρει.

Ἐμεῖς, ἀκούοντας τὸ Εὐαγγέλιο νὰ μᾶς ὁμιλῆ γιὰ τὴ σωτηρία μας, αὐτὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε κι αὐτὰ νὰ ποῦμε στὸν ἑαυτὸ μᾶς· «Οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι πολλές». Κι ἂν δὲν τὶς ξέρουν οἱ ἄνθρωποι, ὅμως τὶς ξέρει ὁ Θεός, γιατί ὅλες ἔγιναν μπροστὰ στὰ μάτια του. Οὔτε νὰ τὶς ἀρνηθοῦμε οὔτε νὰ τὶς κρύψουμε μποροῦμε, δὲν μένει λοιπὸν παρὰ νὰ τὶς ὁμολογήσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός του. Κάμποσοι ἁμαρτάνουν κι ὕστερα μὲ διάφορες προφάσεις πᾶνε νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Κρύβονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θαρροῦν πὼς κρύβονται κι ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ δὲν πᾶνε νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ μένουν ἀσυγχώρητοι μὲ βαρειὰ καὶ κριματισμένη τὴν ψυχή τους. Μὰ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀσήκωτο βάρος, ἀκοίμητο σαράκι μέσα μας, κι ὅταν δὲν ἐξομολογηθοῦμε μᾶς βαραίνει καὶ μᾶς τρώγει τοῦ πεθαμοῦ. Ὅσο πᾶμε νὰ τὴν ξεχάσουμε, ἐκείνη πάντα εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια μας, ὅπως ἀκριβῶς ἀκοῦμε στὸν ψαλμό· «ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστὶ διὰ παντὸς»6. Πρέπει νὰ πωρωθῆ καὶ νὰ γίνη πέτρα ἡ συνείδησή μας, γιὰ νὰ μὴν αἰσθανώμαστε τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ νὰ μᾶς φυλάξη ὁ Θεὸς ἀπὸ τέτοιο κακό.

Ἄλλος τρόπος γιὰ νὰ γλυτώσουμε ἀπὸ τὸ βάρος καὶ τὸ σαράκι τῆς ἁμαρτίας δὲν ὑπάρχει παρὰ νὰ ἐξομολογηθοῦμε. Κι αὐτὸ ποὺ λέμε ἐξομολόγηση δὲν εἶναι, ὅπως θὰ νόμιζε κάποιος μιὰ ψυχολογικὴ ἐντύπωση κι ἕνα ξεγέλασμα τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἀλλὰ μιὰ θεουργικὴ πράξη, μιὰ πραγματικὴ ἄφεση καὶ χάρη, ποὺ μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πρέπει νὰ προσέξουμε σ’ αὐτὲς τὶς λέξεις · «ἄφεση» καὶ «χάρη» λέμε, κι αὐτὸ θὰ πῆ πὼς μᾶς χαρίζεται ὁ Θεός· ὄχι πὼς ξεγράφονται τὰ ἁμαρτήματά μας, γιατί ὅ,τι γίνεται δὲν ξεγίνεται, ἀλλὰ τὰ σκεπάζει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ ἔλεός του. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος ὅταν γράφη ὅτι ἡ ἀγάπη «πάντα στέγει»7, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ ψαλμὸς μακαρίζει ἐκείνους, τῶν ὁποίων ὁ Θεὸς σκέπασε τὶς ἁμαρτίες’ «μακάριοι… ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι»8. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεχνᾶμε πὼς ὁ Θεὸς δικαιώνει καὶ συγχωρεῖ, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ ὁμολογοῦν τὶς ἁμαρτίες τους καὶ ζητοῦν τὸ ἔλεός του. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ ψαλμός, ὅταν λέγη· «τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἐγνώρισα καὶ τὴν ἁμαρτίαν μου οὐκ ἐκάλυψα»9. Ὁ εὐσεβὴς ἁμαρτωλός, γιατί ἄλλο εὐσεβὴς κι ἄλλο ἁμαρτωλὸς καὶ κάθε ἁμαρτωλὸς δὲν εἶναι καὶ ἀσεβής, ὁ εὐσεβὴς λοιπὸν ἁμαρτωλὸς κι αὐτὸς ὁ ἴδιος ξέρει τὰ ἁμαρτήματά του κι ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν τὰ κρύβει, ἀλλὰ τὰ ὁμολογεῖ καὶ ζητεῖ τὴν ἐπικάλυψή τους κάτω ἀπὸ τὸ θεῖο ἔλεος.

Ὅμως πολλοὶ θέλουν, μὰ δὲν ξέρουν νὰ ἐξομολογηθοῦν. Δυὸ πράγματα πρέπει νὰ ξέρωμε, ὅταν πᾶμε νὰ ἐξομολογηθοῦμε· πρῶτα ὅτι ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι κλείσιμο, ἀλλὰ ἄνοιγμα τοῦ ἐαυτοῦ μας, κι ὕστερα ὅτι ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι ἀνάκριση ἀπὸ τὸν πνευματικό. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου ὁ πιστὸς ἐνώπιον τοῦ ἱερέα μὲ λύπη καὶ μὲ συντριβή, μετανοώντας εἰλικρινά, λέγει τὰ ἁμαρτήματά του καὶ ζητεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ πνευματικὸς οὔτε ἀνακριτὴς εἶναι οὔτε δικαστής, ἀλλὰ ἱερέας καὶ πατέρας, ποὺ ἀκούει, βαλμένος ἐκεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν ἐξομολόγηση τοῦ πιστοῦ καὶ θάβει μέσα του ὅσα κάθε φορὰ ἀκούει. Ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶναι συζήτηση τοῦ πιστοῦ καὶ τοῦ ἱερέα, ἀλλὰ ἱερουργία ὅπως ἡ θεία Λειτουργία. Ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ πνευματικὸς φοράει τὸ ἐπιτραχήλιό του καὶ ἱερουργεῖ καὶ ὅ,τι ἔχει νὰ πῆ εἶναι λόγος ἱερὸς καὶ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὰ πρέπει νὰ ξέρη κάθε πιστός, ὅταν πηγαίνη νὰ ἐξομολογηθῆ καὶ νὰ μὴν κλείνεται στὸν ἑαυτό του καὶ περιμένη νὰ τὸν ἀνακρίνη ὁ πνευματικός.

Στὴ θεία Γραφὴ εἶναι γραμμένο καὶ τοῦτο· «Λέγε σὺ πρῶτος τὰς ἁμαρτίας σου, ἵνα δικαιωθῇς»10. Εἶναι λόγος τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλό, ποὺ θέλει νὰ πῆ· «Μὴν περιμένεις νὰ σὲ ρωτήσω ἐγὼ· τὶς ξέρω τὶς ἁμαρτίες σου καὶ δὲν χρειάζεται νὰ σὲ ρωτήσω. Πὲς τις ἐσὺ πρῶτος καὶ ὁμολόγησέ τις. Ἄνοιξε τὸν ἑαυτό σου ὄχι στὸν κόσμο, ἀλλὰ σὲ μένα ἐνώπιον τοῦ λειτουργοῦ, γιὰ νὰ μπῆ ὁ καθαρὸς ἀέρας καὶ τὸ φῶς, ποὺ θὰ σὲ ἐξυγιάνη καὶ θὰ σὲ ἀναγεννήση». Τὸ «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου», ποὺ εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στὸν παραλυτικό της Καπερναούμ, εἶναι ὁ δημιουργικὸς λόγος τοῦ Θεοῦ, «δὶ ’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο»” καὶ γίνονται. Καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος λόγος, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ κάθε ἐξομολόγηση ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ. Ὁ λειτουργὸς ἱερέας ἀκούει καὶ εὔχεται· ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται καὶ συγχωρεῖ. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.        Ψάλμ. 138,7.

2.        Ματθ. 9, 2.

3.        Μάρκ. 2, 8.

4.        Α’ Κορ. 2, 10.

5.        Αὐτόθι.

6.        Ψαλμ. 50, 5.

7.       Α’ Κορ. 13,7.

8.       Ρωμ. 4, 7.

9.       Ψαλμ. 31,5.

10.     Ἡσ. 43,26.

11.     Σύμβολον τῆς πίστεως, ἄρθρον 2.

Δημοσιεύθηκε στη Κήρυγμα | Σχολιάστε

«ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟΝ ΣΕΒΑΣ»

Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Ὁμιλία στὴν ἑορτή τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας λεχθεῖσα στὸν Μητροπολιτικό Ναό Ἀθηνῶν (28 Φεβρουαρίου 1988)

Ἱερώτατοι Πατέρες,

Ἐντιμότατοι Ἄρχοντες,

Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί,

α´. Ἦταν πραγματικά ἱερή κι ἀληθινά ὀρθόδοξη ἡ πράξη ἐκείνων, πού σκέφθηκαν καί ὥρισαν τόν κοινό ἑορτασμό ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τήν Πολιτεία σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὄχι μέ μιά λεγόμενη Δοξολογία, σάν ἐκεῖνες ὅπου ἀλλόδοξοι καί ἀλλόθρησκοι βρίσκονται μαζί μέσα στό ναό τοῦ Θεοῦ σέ μία ἐθνικοθρησκευτική συγκέντρωση. Ἀλλά μέ θεία Λειτουργία, ὅπου σέ μιά κοινωνία ἀδελφῶν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» συνυπάρχομε οἱ οἰκεῖοι τῆς πίστεως. Αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία κι αὐτό εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία· ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ λειτουργική καί εὐχαριστιακή σύναξη, ἡ «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» δοξολογία καί ἀνύμνηση τοῦ Θεοῦ.

β´. Σ᾽  αὐτή τή σύναξη ἔχω τήν ἐντολή καί τήν τιμή νά ὁμιλήσω σήμερα. Ἐπαινῶ «τόν προσθέντα τόν λόγον τόνδε» στή σημερινή ἑορτή, «ὡς καλόν ἀγορεύεσθαι αὐτόν»[1], γιά νά θυμηθῶ, ἔστω καί ἄκαιρα, τόν ἀρχαῖο Ἀθηναῖο πολιτικό. Ἀλλ’ ἀμέσως μοῦ ἔρχονται στό νοῦ τά λόγια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου· «Οὐκ ἴστε τόν ἀγῶνα τόν ἡμέτερον, ἀδελφοί·… Οὐκ ἴστε πηλίκον ἀπό Θεοῦ δῶρον ἡ σιωπή καί τό μή ἔχειν ἀνάγκην λόγου παντός»[2]. Δέν ξέρετε, ἀδελφοί, τόν ἀγώνα μας· δέν ξέρετε πόσο μεγάλο δῶρο ἀπό τό Θεό εἶναι ἡ σιωπή καί τό νά μή βρίσκεται κανείς στήν ἀνάγκη νά ὁμιλήση. Τό λέγει αὐτό ἕνας ἄνθρωπος, πού πολύ ἀγάπησε ἀλλά καί σεβάσθηκε τό λόγο. «Ἱερουργοῦμεν τόν λόγον»[3], ἔλεγε καί, μέ τήν ἴδια συστολή, πού πλησίαζε στήν ἁγία Τράπεζα γιά νά λειτουργήση, ἀνέβαινε καί στόν ἱερό ἄμβωνα γιά νά ὁμιλήση.

γ’. Ἡ πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη στή μάχη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον ὅλων τῶν αἱρέσεων καί στή νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς «ἐποφειλομένη πρός τόν Θεόν εὐχαριστία, καθ᾽ ἥν ἡμέραν ἀπελάβομεν τήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, σύν ἀποδείξει τῶν τῆς Ἐκκλησίας δογμάτων»[4]. Σήμερα λοιπόν, Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, σέ ἐπίσημη ἐκκλησιαστική τελετή καί ἱερή Λιτανεία ἐπαναλαμβάνομε ὅσα ὥρισε ἡ Σύνοδος, μέ τά ὁποῖα διακηρύττομε καί ἐπιβεβαιώνομε τήν ὀρθόδοξη πίστη μας· «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν… ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν· οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν. Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων…»[5].

δ’. Δέν πρόκειτ᾽ ἐδῶ βέβαια γιά κενή ρητορεία, πού κουράστηκαν νά ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι κι ἔχασαν πιά κάθε ἐμπιστοσύνη στό λόγο. Ἡ Ἐκκλησία, σέ ἱερατικό καί προφητικό τόνο, διατρανώνει τήν πίστη της καί γιά τήν πίστη αὐτή ἐγγυᾶται καί παίρνει τήν εὐθύνη ἀπέναντι στή ζωή καί τήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Δέν ὁμιλεῖ ἕνας ἄνθρωπος, ὑψώνοντας τραγικά τὸ ἀνάστημά του μπροστά στό Θεό. Ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας ἡ ἀρχή «οὐκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμον τούτου»[6], μέ θεῖο δικαίωμα, μέ οὐράνιο κῦρος, μέ τήν πνευματική της ἐξουσία καί μέ τή συνείδηση τῆς εὐθύνης της γιά τήν ὀρθή πίστη. Ἡ Ἐκκλησία, πού κρατεῖ μέσα της καί σηκώνει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ· τίς ὁράσεις τῶν Προφητῶν, τήν παράδοση τῶν Ἀποστόλων, τή διδασκαλία τῶν Πατέρων. Ἡ Ἐκκλησία, πού αὐτή εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, παίρνει ἐπάνω της τήν πίστη καί τή συνείδηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τήν κατοχυρώνει σέ δογματικούς Ὅρους καί ἱερούς Κανόνες καί τήν παραδίδει ἀπό γενεά σέ γενεά. Ὄχι ὡς ἰδεολογική θεολογία καί ἀντικειμενοποιημένη γνώση, ἀλλά ὡς πνευματική ἐμπειρία καί ζωή· ὡς «μάθος» μέσ’ ἀπό τό «πάθος». Ἄς ἐπαναλάβωμε κι ἐμεῖς σήμερα τά λόγια τοῦ χοροῦ στήν ἀρχαία τραγωδία. Δόξα στό Θεό, «τὸν φρονεῖν βροτούς ὁδώσαντα τῷ πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν»[7]. Τό δρόμο μας, πού εἶναι ἡ μετάνοια, δέν τόν βρίσκομε, καί τό σκοπό μας, πού εἶναι ἡ σωτηρία, δέν τόν φτάνομε, ἄν δέν περάσουμε ἀπό τό πάθος, ἄν δέν πονέσουμε μέσα μας κι ἄν δέν σταυρωθοῦμε. Πνεῦμα δέν παίρνομε, ἄν δέν δώσουμε αἷμα καί μέ καμμιά θεολογία δέν φτάνομε νά δοῦμε τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν πατήσουμε γιερὰ ἐπάνω στήν πράξη· «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις»[8] εἶναι τό ἀξίωμα τῶν ὀρθοδόξων Πατέρων.

ε’. Ὅτι δέν πρόκειται κι ἐδῶ γιά ρητορεία, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί καί μάλιστα οἱ Ἕλληνες εἴμαστε σέ θέση νά τό ξέρωμε καλά. Ἡ ἐθνική μας ἱστορία καί ἡ ἐπιβίωση τῆς φυλῆς εἶναι δεμένη μέ τήν πίστη τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔτσι, πού Ἕλλην ἤ Ρωμηός καί Ὀρθόδοξος νά σημαίνουν σχεδόν τό ἴδιο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μαζί μέ τήν εὐθύνη τῆς ἀποστολικῆς καί πατερικῆς παράδοσης, πῆρε ἐπάνω της καί τό σταυρό τῆς ἐθνικῆς προστασίας τῶν λαῶν της, κι αὐτό εἶναι ἡ καύχησή της, ἀλλά καί τό δρᾶμα της. Κάτω ἀπό τή σκέπη τῆς Ἐκκλησίας, κι ἄς τό ἀρνοῦνται ἄλλοι γιά δικούς των λόγους, προστατεύθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι λαοί γιά πολλούς αἰῶνες· τῆς Ἐκκλησίας, πού ἄσχετα μέ τίς ἐθνικές καί φυλετικές διαφορές τῶν λαῶν της, ὀνομάζεται Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

ς’. Αὐτός ὁ τίτλος δέν εἶναι χαριστικός γιά τούς Ἕλληνες καί ἄδικος γιά τούς ἄλλους ὀρθόδοξους λαούς. Ἀποτελεῖ τόν ἀκριβῆ χαρακτηρισμό τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὁποίας ἡ γλώσσα, ἡ θεολογία, ἡ λατρεία, ἡ τέχνη, οἱ διοικητικοί θεσμοί, ὅλα εἶναι Ἑλληνικά. Τό μεγάλο δένδρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ καλλιέλαιος, ἐπάνω στήν ὁποία ἐγκεντρίσθηκαν τά ἔθνη, ἅπλωσε κλαδιά καί σκεπάζει τούς λαούς ἤ, πιό σωστά, αὐτά τά ἴδια τά κλαδιά ἀποτελοῦν τήν παραδοσιακή καί πολύπαθη οἰκογένεια τῶν ὀρθόδοξων λαῶν. Καί εἶναι κρῖμα, πού ἡ πολιτική τῶν λαῶν αὐτῶν ἀγνόησε καί δέν ἐκμεταλλεύτηκε θετικά καί εἰλικρινά τήν κοινή ἐκκλησιαστική πίστη καί παράδοση, ὡς τήν πιό γιερή καί ἀσάλευτη βάση, γιά τήν ἵδρυση, τοὐλάχιστον ἐδῶ στό βαλκανικό χῶρο, μιᾶς ὀρθόδοξης συμπολιτείας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἀπέθανε ὄχι μόνο γιά τό ἔθνος του, «ἀλλ᾽  ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα σνναγάγη εἰς ἕν»[9]. Ἄλλη δύναμη μέ τόση ἕλξη κι ἄλλη μάνα μέ τόση ἀγάπη, πού   νά συνάγη καί νά σκεπάζη τούς ἀνθρώπους, σάν τήν Ἐκκλησία, δέν ὑπάρχει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κιβωτός μέσα στήν ὁποία σώζονται οἱ ἄνθρωποι στόν ἀέναο κατακλυσμό τοῦ κόσμου.

ζ’. Ἀλλά τή θέση της μέσα στούς λαούς της, ὄχι ὡς ἐξουσία, ἀλλ’ ὡς πνευματική διακονία, ἡ Ἐκκλησία δέν τήν κατέχει χωρίς θλίψη καί χωρίς σταυρό. Αὐτός εἶναι ὁ κλῆρος τῆς Ἐκκλησίας, νά διώκεται καί νά πληρώνη ξένες ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅμως ἡ Ἐκκλησία νικᾶ τόν κόσμο, ὄχι γιά νά τόν ἐξουσιάση, ἀλλά γιά νά τόν προσλάβη, νά τόν κάμη δικό της καί νά τόν ὁδηγήση στήν Ἀνάσταση. Τά τελευταῖα λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στούς Ἀποστόλους μετά τό μυστικό δεῖπνο εἶναι αὐτά· «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε, ἀλλά θαρσεῖτε· ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον»[10]. Καί τά λέγει αὐτὰ καί ὁμιλεῖ γιά νίκη, ὅταν πορεύεται πρός τό Σταυρό καί τό θάνατο. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία νικᾶ τόν κόσμο καί τόν κάνει δικό της, ὅταν ἡττᾶται καί σταυρώνεται. Εἶναι μεγάλος ἀθλητής ἡ Ἐκκλησία καί, καθώς γράφει ὁ ἀρχαῖος ἀποστολικός Πατέρας, «μεγάλου ἐστίν ἀθλητοῦ τό δέρεσθαι καί νικᾶν»[11].

η’. Ἡ εἰκονομαχία, μέ τήν ὁποία εἰδικώτερα συνδέεται ἡ σημερινή ἑορτή, εἶναι μία καί δέν εἶναι ἡ μόνη ἐπίθεση στή ζωή καί τήν ἱστορία της, πού σήκωσε ἡ Ἐκκλησία. Ὄχι πιὰ ἀπό τήν εἰδωλολατρία, ἀλλά ἀπό τούς δικούς της ἀνθρώπους· ἀπό τούς ἀπειθάρχητους καί ἄτακτους ἀδελφούς, πού γέννησαν σχίσματα καί αἱρέσεις στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκονομαχία ὑπῆρξε ἡ αἵρεση, πού ταλαιπώρησε τήν Ἐκκλησία γιά ἑκατό καί παραπάνω χρόνια, ἀπό τό 727 ὥς τό 843. Συνοδικά καταδικάστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία κι ἀπό τό Θεόδωρο τό Στουδίτη χαρακτηρίστηκε ὡς «ἀθεωτάτη μεταστοιχείωσις τῶν ἁπάντων»[12]ὡς γενική δηλαδή καί χωρίς φόβο Θεοῦ ἀνατροπή τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀρχηγοί τῆς εἰκονομαχίας ἦσαν ἐκ τῶν ἱκανωτέρων ἀνθρώπων τοῦ Βυζαντίου, ἄλλ’ ἡ ἀνάμιξή των στά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε μία ἀτυχής πολιτική πράξη.

θ’. Ἄλλ’ ἐνῶ δέν εἶμαι πιά στήν ἀρχή τῆς ὁμιλίας μου, θά ξαναθυμηθῶ τόν ἀρχαῖο Ἀθηναῖο πολιτικό καί θά ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐκεῖνος λέγει στήν ἀρχή τοῦ περίφημου καί γνωστοῦ λόγου τοῦ· «Χαλεπόν τὸ μετρίως εἰπεῖν, ἐν ᾧ μόλις καί ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται»·[13] δύσκολο εἶναι νά πῆ κανείς ὅ,τι πρέπει κι ὅπως πρέπει, ὥστε νά μπορέσουν οἱ ἀκροατές νά σχηματίσουν μιά κάποια γνώμη γιά τήν ἀλήθεια. Μά ὅταν ὁμιλοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί γιά τήν Ἐκκλησία, ὅταν ὁμιλοῦμε μέσα στό σπίτι μας γιά τήν οἰκογένειά μας, δέν μᾶς χρειάζεται ἡ διαλεκτική ἐπιχειρηματολογία καί ἡ τέχνη τοῦ λόγου, γιά νά σχηματίσουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, γνώμη γιά τήν ἀλήθεια τή δική μας, γιά τήν πίστη μας καί γιά τή ζωή μας. Ἀκριβῶς γιά τή ζωή μας, γιατί ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἰδεολογική θεωρία, ἀλλά προσωπική πνευματική ἐμπειρία καί ζωή· μιά προσδοκία πού μᾶς συνέχει καί ὄχι μιά ἀγωνία πού μᾶς προβληματίζει· μιά ἐσωτερική θεοπτία κι ὄχι μιά ἀντικειμενοποιημένη γνώση.

ι’. Τί εἶναι λοιπόν ἡ Ὀρθοδοξία, γιά τήν ὁποία σήμερα ὁ λόγος; Ἡ Ὀρθοδοξία ὄχι θεωρητικά καί ἰδεολογικά, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία, πού εἶναι ἱστορική πραγματικότητα ἤ, πιό σωστά, ἡ ἀποκάλυψη καί ἡ εἴσοδος τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία τοῦ κόσμου. Διαβάζομε στή θεία Γραφή ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι «τό μυστήριον τό ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων καί τῶν γενεῶν, νυνί δέ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἶς ἠθέλησεν ὁ Θεός, γνωρίσαι τίς ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου… ὅς ἐστι Χριστός ἐν ἡμῖν, ἡ ἐλπίς τῆς δόξης»[14].Σ’ αὐτό τό χωρίο ἀπό τήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὁμιλεῖ γιά τήν ἐντολή πού τοῦ δόθηκε, γιά νά κηρύξη τό μυστήριο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, πού ἦταν κρυμμένο γιά πολλούς αἰῶνες καί γενεές καί τώρα φανερώθηκε στούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Σ’ αὐτούς ὁ Θεός θέλησε νά κάμη γνωστό πόσο μεγάλος εἶναι ὁ ἔνδοξος πλοῦτος αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου, δηλαδή ὁ Χριστός μαζί μας καί μέσα μας, αὐτός πού εἶναι ἡ ἔνδοξη ἐλπίδα μας. Ἄς θυμηθοῦμε ἐδῶ το λόγο τοῦ ἁγίου Αὐγουστίνου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός μαζί μας στούς αἰῶνες.

ια’. Ἄλλο ἕνα χωρίο τοῦ ἴδιου Ἀποστόλου εἶναι πολύ ἀποκαλυπτικό γιά τήν Ἐκκλησία, διά τῆς ὁποίας καί οἱ Ἄγγελοι ἔμαθαν τήν οἰκονομία τῆς πολυποίκιλης σοφίας τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Ὁ Χριστός δέν ἵδρυσε κάποια θρησκεία πού λέγεται χριστιανισμός, ἀλλά φανέρωσε στόν κόσμο τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Στό δεύτερο θεόπνευστο χωρίο τώρα ὁ μεγάλος Ἀπόστολος ὁμιλεῖ πάλι γιά τή χάρη πού τοῦ δόθηκε «εὐαγγελίσασθαι τόν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καί φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπό τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τά πάντα κτίσαντι διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωσθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καί ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διά τῆς Ἐκκλησίας τίς ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ κατά πρόθεσιν τῶν αἰώνων, ἥν ἐποίησεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν»[15]Σ᾽ ἐμένα, γράφει ὁ Ἀπόστολος, δόθηκε ἡ χάρη νά κηρύξω ποιός εἶναι ὁ ἀνεξιχνίαστος πλοῦτος τοῦ Χριστοῦ καί νά φωτίσω ὅλους ποιό εἶναι τό μυστικό σχέδιο, πού ἦταν κρυμμένο ἀπό αἰῶνες μέσα στή βουλή τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά γνωρισθῆ τώρα στίς ἐπουράνιες ἀρχές καί ἐξουσίες διά τῆς Ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλη σοφία τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν αἰώνιο σκοπό, πού πραγματοποίησε διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ιβ’. Ἄν βαθύνωμε στά νοήματα τῶν δύο αὐτῶν ἀποστολικῶν χωρίων κι ἄν μέσα στά θεόπνευστα λόγια ξεχωρίσουμε τή φράση «διά τῆς Ἐκκλησίας», τότε θά καταλάβωμε τί πραγματικά εἶναι ἡ Ἐκκλησία κι ἄν μποροῦμε νά ἀντικαταστήσουμε τή θεϊκή αὐτή πραγματικότητα ἤ καί τό ὄνομά της ἀκόμα νά ἀλλάξουμε. Στό Σύμβολο τῆς πίστεως ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του κι ὅλοι μαζί ὁμολογοῦμε· «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ ἴδια πίστη δηλαδή πού ἀνήκει στό Θεό ἀνήκει καί στήν Ἐκκλησία, γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι χειροποίητο εἴδωλο, ἀλλά θεία πραγματικότητα, «Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος»[16]. Συμβαίνει ὅμως νά μήν πιστεύωμε στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί δέν ἀναφέρομε τό ὄνομά της, ἄλλ’ ἀντί γιά Ἐκκλησία λέμε διαρκῶς γιά χριστιανισμό καί γιά χριστιανική θρησκεία. Αὐτό μέ τήν μάταιη σκέψη ὅτι ἔτσι κάνομε ἐπιστήμη καί ἀντικειμενοποιοῦμε τήν ἀλήθεια, ἐπειδή συγχέομε κάθε γνώση μέ τήν ἀλήθεια καί πιστεύομε πὼς ἡ ἀλήθεια εἶναι ἔξω ἀπό τόν ἄνθρωπο.

ιγ’. Σ᾽  αὐτὸ ἐδῶ τὸ σημεῖο γίνεται ἡ μεγάλη καταστροφή· ἀντί νά πιστεύωμε στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό μεγάλο μυστήριο τῆς πολυποίκιλης σοφίας τοῦ Θεοῦ, ὁμιλοῦμε γιά χριστιανισμό, γιά ἕνα δηλαδή θρησκευτικοφιλοσοφικό σύστημα κάποιων ἰδεολογικῶν ἀρχῶν πίστεως καί κανόνων βίου. Ἔτσι μποροῦμε νά συγκρίνωμε τό λεγόμενο χριστιανισμό μέ ὅλους τοὺς θρησκευτικούς καί πολιτικοκοινωνικούς ἰσμούς καί νά μετατρέπωμε τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου σὲ θρησκειολογία, σέ κοινωνιολογία, σέ λαογραφία καί σέ πολιτιστική κουλτούρα. Ὄχι λοιπόν χριστιανισμός οὔτε χριστιανική θρησκεία, ἀλλά Ἐκκλησία.

ιδ’. Θά προχωρήσω ἕνα βῆμα ἀκόμα καί θά πῶ. Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γιατί ἀπό ἐδῶ ἀρχίζει μιά δεύτερη καταστροφή, πού ὡδήγησε στό σκάνδαλο τῶν αἰώνων, στό χωρισμό δηλαδή τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσης. Τά πιό πέρα, ὅσα συνέβησαν στήν Εὐρώπη, μετά τόν λεγόμενο Μεσαίωνα, τήν Ἀναγέννηση καί τό δεύτερο σχίσμα στή δυτική Ἐκκλησία, δέν ἔχουν θέση νά λέγωνται τώρα. Παρανοήσεις καί πλάνες ὡδήγησαν μέχρι πού νά ποῦν κάποιοι ὅτι «ὁ Θεός ἀπέθανε» καί κάποιοι ἄλλοι ὅτι «ἡ θρησκεία εἶναι τό ὄπιο τοῦ λαοῦ». Ἀλλά εἶχαν δίκιο οἱ ἄνθρωποι· δέν εἶπαν γιά τήν Ἐκκλησία, γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού δέν τήν ἤξεραν καί δέν τήν εἶδαν, ἀλλά γιά κάποιο χριστιανισμό καί γιά κάποια θρησκεία καί γιά κάποια θεολογία, πού δέν εἶναι πίστη καί ζωή, ἀλλά μάταιη προσπάθεια νά ἀποδειχθῆ λογικά ἡ ἀλήθεια, σάν καί ἡ ἀλήθεια νά εἶναι ἀντικειμενική γνώση. Ἀλλά ἔξω ἀπό τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο στόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται, δέν ὑπάρχει ἀλήθεια, γιατί ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι πράγμα καί ἀντικείμενο, ἀλλά πρόσωπο· «Ἐγώ εἰμι… ἡ ἀλήθεια»[17], εἶπε ὁ Χριστός.

*

ιε᾽. Τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, κι αὐτό θεολογικά σημαίνει ὅτι ἐκκλησιολογία εἶναι ἡ χριστολογία. Θεάνθρωπος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, θεανθρώπινος ὀργανισμός καί ἡ Ἐκκλησία. Ὡς θεῖο μυστήριο, πιστεύομε στήν Ἐκκλησία, καί ὡς ἀνθρώπινη ὀργάνωση τήν ὑπηρετοῦμε. Ἄς πιστεύωμε στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας· εἶναι τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, πού ἐνεργεῖται στόν κόσμο. Ἔτσι θά μάθουμε, καί κλῆρος καί λαός, «πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι»[18], πῶς νά φερώμαστε στήν Ἐκκλησία καί πῶς νά τήν ὑπηρετοῦμε. Ὅ,τι μᾶς λείπει εἶναι ἡ πίστη στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, κι ὅ,τι μᾶς πειράζει εἶναι τά σφάλματα ἐκείνων, πού ὑπηρετοῦν τήν Ἐκκλησία. Ἄς μάθωμε λοιπόν νά πιστεύομε στήν Ἐκκλησία, γιά νά ξέρωμε καί πῶς νά τήν ὑπηρετοῦμε.

ις’. Οἱ ἀρχαῖοι Πατέρες, πού ἤξεραν καλά τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδή πίστευαν καί ζοῦσαν μέσα τους τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, τό εἶχαν ἀξίωμα ὅτι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει σωτηρία. Αὐτή εἶναι κι ἡ δική μας πίστη, γι᾽  αὐτὸ καί μένομε στήν Ἐκκλησία, «σωτῆρα ἀπεκδεχόμενοι Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν»[19]. Δέν λέμε γιά τούς ἄπιστους καί γιά τούς ἄθεους, γιατί δέν ξέρομε ἄν στ’ ἀλήθεια ὑπάρχουν ἄπιστοι καί ἄθεοι στόν κόσμο. Λέμε γιά ὅλους, πού δεχθήκαμε τό θεῖο Βάπτισμα κι ἔχομε ἐπάνω μας τή σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ὅσο πιό πολύ ὁ καθένας γονατίζομε κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας μας, τόσο περισσότερο θέλομε νά συγκροτοῦμε τήν Ἐκκλησία καί νά εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία καί νά βρισκώμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία, γιατί μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία καί ὡς Ἐκκλησία θά σωθοῦμε. Κανένας δέν σώζεται μόνος του καί χωριστά ἀπό τούς ἄλλους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε πὼς «οὗ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»[20]. Ἡ Ἐκκλησία λοιπόν, μέσα στήν ὁποία σωζόμαστε, εἶναι ἡ σύναξη στό ὄνομα καί μέ τήν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ σύναξη αὐτή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λειτουργική. Ὅλη ἡ Ἐκκλησία, ὁ Θεός, οἱ Ἄγγελοι καί ἄνθρωποι, οἱ ζῶντες καί οἱ κεκοιμημένοι, παρόντες στή θεία Λειτουργία. Σ᾽  ἕναν ὕμνο τῶν ἀποστολικῶν χρόνων, ἐνσωματωμένο στήν Α´  πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό μέγα μυστήριο τῆς εὐσέβειας· «Μέγα ἐστὶ τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον…»[21]. Πάει νά πῆ ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πίστη καί εὐσέβεια εἶναι ἐκκλησιαστική καί λειτουργική. Τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὅταν τελῆ τή θεία Λειτουργία. Ἔξω ἀπό τή σύναξη τῆς Ἐκκλησίας καί τή θεία Λειτουργία κανένας δέν μπορεῖ νά λέγη πὼς εἶναι εὐσεβής, ὅτι πιστεύει στήν Ἐκκλησία καί ὑπηρετεῖ τήν Ἐκκλησία.

ιζ’. Ἀλλά ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως ἀμυδρά καί ἄτεχνα προσπαθῶ νά τήν περιγράψω, ἐν γνώσει ὅτι δέν περιγράφεται, γιατί ἡ Ὀρθοδοξία ἤ ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἰδεολογία καί σύστημα, ἡ Ὀρθοδοξία λοιπόν τί τάχα ἔχει νά πῆ καί νά προσφέρη στό σύγχρονο ἄνθρωπο, τόν προσωπικά ἀλλοτριωμένο μέσα στίς συνθῆκες τοῦ κοινοτικοῦ βίου; Τό ἐρώτημα τίθεται χωρίς καί νά εἶναι καιρός καί νά ὑπάρχη ἡ δυνατότητα γιά νά δοθῆ τώρα ἡ ἀπάντηση. Θά περιορίσω λοιπόν τό λόγο σ’ ἕνα σημεῖο, πού ἀφορᾶ στή σύγχρονη Ἑλληνική πραγματικότητα, καί θά κλείσω τήν ὁμιλία μου πού ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ξεπέρασε τά ἐπιτρεπόμενα χρονικά ὅρια.

ιη’. Κινδυνεύομε, ὅταν ὁμιλοῦμε γιά ζητήματα τόσο σπουδαῖα, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, νά κριθοῦμε ὅτι βρισκόμαστε ἔξω ἀπό τά πράγματα καί τή ζωή, ὅτι ἐμμένομε σέ κάποιες ἄγονες τάχα ἀντιλήψεις καί διαμάχες τῶν περασμένων αἰώνων. Ἀλλ’ ὅμως γιά ὅλους τοὺς ὀρθόδοξους λαούς, καί περισσότερο γιά μᾶς τούς Ἕλληνες, ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μιά ἀνάμνηση τοῦ περασμένου καιροῦ, ἀλλά ἡ ζωή μας σήμερα καί ἡ ἐπαγγελία τοῦ αὔριο. Τίποτε στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁπλή ἀνάμνηση, ἀλλ’ ὅ,τι μιά φορά ἀποκαλύφθηκε διαιωνίζει «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[22]· ὅσο  περισσότερό τὸ αἰσθανόμαστε νά ζῆ μέσα μας, τόσο λιγώτερο μποροῦμε λογικά νά τό ἐξηγήσουμε. Ὁ μεγάλος Ἀπόστολος, γιά κάτι πού κάποτε σ᾽  αὐτόν συνέβη κι ἐξακολουθοῦσε νά τόν συγκλονίζη, ἔγραφε πρός Κορινθίους· «εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτός τοῦ σώματος, οὐκ οἶδα»[23]. Πάει νά πῆ πὼς ὁ νοῦς καί οἱ αἰσθήσεις, πού εἶναι ὁπωσδήποτε λειτουργίες τοῦ σώματος δέν φθάνουν γιά νά καλύψουν τό πλάτος τῆς ζωῆς καί νά ἐξηγήσουν πνευματικές καταστάσεις. Ἄλλο διάνοια κι ἄλλο πνεῦμα, κι εἶναι κι αὐτό ἕνα γνώρισμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅτι δέν συγχέει τήν πνευματικότητα μέ τή διανοητικότητα καί δέν χάνεται γιά νά πιάση λογικά τόν Θεό καί τήν ἀλήθεια. Ἀλλά τέλος πάντων, τό θέμα τώρα εἶναι ἄλλο, καί τό διατυπώνω ὅσο μπορῶ πιό ἐπιγραμματικά. Οἱ ὀρθόδοξοι λαοί τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπης δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε καί νά τό ξεχνᾶμε ὅτι πληρώνομε τά δεινά τῆς Δύσης· τόσο ἀκριβώτερα, ὅσο πιό πλούσιος μᾶς ἔρχεται ἀπό ἐκεῖ ὁ τεχνικός πολιτισμός, πού δέν μποροῦμε νά τόν ἀγνοήσουμε καί νά τόν ἀρνηθοῦμε.

ιθ’. Καλά κάνουν οἱ πολιτικοί μας καί κουράζονται ἔτσι ἤ ἀλλιῶς γιά τήν ἔνταξη τῆς χώρας μας στήν Εὐρωπαϊκή Κοινότητα. Ὁ κόσμος σήμερα, ὅλος ὁ πλανήτης τῆς γῆς, δέν θά σωθῆ ἀπό μιά τελειωτική καταστροφή, ἄν δέν εἰρηνεύσουν καί δέν ἑνωθοῦν οἱ λαοί. Ὁ μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀνήκει σέ ὅλους, πού ἀναπτύσσουν εἰλικρινῆ δραστηριότητα γιά τήν εἰρήνη. «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί…»[24]. Μέσα σ᾽ αὐτούς πρώτη εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στήν ὁποία κάθε ἱερέας στό πιό ἀπόμακρο χωριό κάθε ἡμέρα δέν βάζει πετραχήλι καί νά μή δεηθῆ. «Ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου…»[25]. Καί δέν χωρεῖ ἀμφιβολία πὼς εἶναι πιό ἀποτελεσματικός αὐτός ὁ τρόπος καί πιό δραστικός ὁ λόγος τῆς ἐκκλησιαστικῆς δέησης παρά ὅλες οἱ πορεῖες καί οἱ φωνές στό δρόμο, ὄχι μόνο γιά τήν εἰρήνη τοῦ «σύμπαντος κόσμου», ἀλλά καί γιά ὁποιοδήποτε ζήτημα, γιά τό ὁποῖο τυχαίνει νά διαφωνοῦν καί νά ἐρίζουν μεταξύ τους οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι φυσικό, γιατί γιά νά εἰρηνεύσουμε μεταξύ μας, πρέπει πρῶτα νά εἰρηνεύσουμε μέσα μας, εἰσπνέοντας τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, «ὅς ἐστιν ἡ εἰρήνη ἠμῶν»[26].

κ’. Ἡ ἔνταξή μας στήν Εὐρωπαϊκή Κοινότητα μᾶς θυμίζει μιά ἐποχή πρίν ἀπό πεντακόσια πενήντα χρόνια. Τό ἴδιο κάπως γινότανε τότε, ὅπου οἱ ἀνατολικοί πήγαιναν κι ἔρχονταν στήν Ἰταλία κι ἔκαναν ἐκκλησιαστικές Συνόδους, μέ τήν ἐλπίδα πὼς ἡ Δύση θά βοηθοῦσε γιά νά ἀποτραπῆ ὁ κίνδυνος πού ἀπειλοῦσε τήν Ἀνατολή. Ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, ὕστερ᾽  ἀπό χίλια ἑκατό χρόνια, ἦταν φυσικό νά διαλυθῆ, μά ἡ Ὀρθοδοξία ἔπρεπε καί εἶχε τή δύναμη νά ζήση, γιά νά στηρίξη τούς λαούς της στήν πικρή αἰχμαλωσία τους. Γι᾽  αὐτό οἱ ὁμολογητές τότε, μέ ἐπικεφαλῆς τόν ἐπίσκοπο τῆς Μητροπόλεως Ἐφέσου Μάρκο τόν Εὐγενικό, γυρίζοντας στήν Πόλη, ὅσοι γύρισαν, ταλαιπωρημένοι ἀπό τή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, ἔδιναν τήν ὑπόσχεση καί, σάν καί νά ὡρκίζονταν, ἔλεγαν· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας»[27]. Φαίνεται κι ἐδῶ ὅτι οὔτε κοσμική ἐξουσία οὔτε κρατική ὑπηρεσία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλά σέβασμα στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν.

κα’. Πηγαίνοντας τώρα στήν Εὐρώπη, δέν πηγαίνομε σάν φτωχοί συγγενεῖς, μόνο γιά νά πάρωμε, ἀλλά καί γιά νά δώσουμε· καί πιστεύομε πώς ἔχομε νά δώσουμε. Ἀλλά πῶς θά πᾶμε καί μέ ποιά ταυτότητα, πού νά δείχνη καί νά βεβαιώνη ποιοί εἴμαστε καί τί φέρνομε μαζί μας; Ὄχι βέβαια μόνο ὡς Ἕλληνες, ἄλλα καί ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί! Αὐτή εἶναι ἡ ταυτότητά μας, κι ὅποιοι δέν τό καταλαβαίνουν ἤ δέν τούς ἀρέσει θά πρέπει νά εἶναι, καθώς ἔλεγε ὁ Μακρυγιάννης, μολεμένοι ἀπό τό πνεῦμα τῆς Δύσης. Ἀλλά θά πρέπει ἐδῶ νά πῶ κάτι τολμηρό, πού ὅμως εἶναι ἀλήθεια· ἡ Ὀρθοδοξία, πού δέν ἡττήθηκε στή Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας, πληρώνει τά δεινά τῆς Δύσης, ἀπό τότε πού κάποιος μεγάλος στήν Ἱστορία ἄνοιξε τίς πύλες, γιά νά μπῆ ἐλεύθερα στήν Ἀνατολή τό πνεῦμα τῆς Εὐρώπης. Τώρα ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική μας οἰκογένεια, ἄν δέν διαλύθηκε, περνάει δύσκολες ἡμέρες· σηκώνει τό σταυρό της καί πορεύεται πρός τήν Ἀνάσταση. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, σὰν καί νά εἴμαστε μόνοι, βρισκόμαστε στήν ἀνάγκη νά περιμένωμε πάλι ἀπό τή Δύση. Ἀλλά ἡ ἔνταξή μας στήν Εὐρωπαϊκή Κοινότητα δέν εἶναι θέμα μόνο πολιτικό καί οἰκονομικό· εἶναι, καί μάλιστα πρῶτα, θέμα πνευματικό. Πῶς λοιπόν θά πᾶμε στήν Εὐρώπη; Μέ ποιά πνευματική ἐξάρτυση καί μέ ποιά παιδεία; Εἴμαστε λιγοστοί καί ἀνάδελφοι, καθώς ἐλέχθη· ἄν βρεθοῦμε καί ἄοπλοι ἐσωτερικά, κινδυνεύομε νά χαθοῦμε.κβ’. Ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες ἔφευγαν ἀπό τήν Αἴγυπτο γιά τήν Παλαιστίνη, ζήτησαν καί πῆραν ἀπό τούς Αἰγυπτίους ἀργυρὰ καί χρυσά σκεύη καί ἱματισμό, πράγματα πού θά τούς χρειάζονταν γιά τήν πορεία τους στήν ἔρημο καί γιά τήν ἐγκατάστασή τους ἐκεῖ πού θά πήγαιναν. Ἔτσι εἶπε ὁ Θεός στό Μωϋσῆ· «Λάλησον κρυφῇ εἰς τά ὦτα τοῦ λαοῦ καί αἰτησάτω ἕκαστος παρά τοῦ πλησίον σκεύη ἀργυρᾶ καί χρυσᾶ καί ἱματισμόν»[28]. Ἐμεῖς, βγαίνοντας γιά τήν Εὐρώπη, δέν θά πάρωμε κρυφά καί δέν θά κλέψουμε ξένα ἐφόδια. Θά πάρωμε τήν κληρονομιά τῶν πατέρων μας καί τή δική μας περιουσία. Θ


[1] Θουκιδίδου, ΙΙ, 35.

[2] Γρηγορίου Θεολόγου, Περὶ τῆς ἐν διαλέξεσιν εὐταξίας, ΙΔ´.

[3] Γρηγορίου Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α´, 5.

[4] Συνοδικόν Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τριώδιον, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

[5] ἔ. ἀ. 

[6] Ἰω. ιη´ 36

[7] Αἰσχύλου, Ἀγαμέμνων, 176-178.

[8] Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Κατὰ Ἰουλιανοῦ Α´, 113.

[9] Ἰω. ια´, 52.

[10] Ἰω. ιστ´, 33.

[11] Φιλαδελφεῦσιν Ἰγνάτιος Ι, 1.

[12] Θεοδ. Στιυδίτου, Ἐπιστ. ΙΙ, 15.

[13] Θουκιδίδου, ΙΙ, 35.

[14] Κολασ. α´, 24-27.

[15] Ἐφεσ. γ´, 8-11.

[16] Α´ Τιμ. γ´15.

[17]  Ἰω. Ιδ´6.

[18] Α´ Τιμ. γ´15.

[19] Φιλιπ. γ´20.

[20] Ματθ. ιη´20.

[21] Α´ Τιμ. γ´16.

[22] Ματθ. κη´20.

[23]  Β´ Κορ. ιβ´3.

[24] Ματθ. ε´9.

[25] Θεία Λειτουργία, Εἰρηνικά.

[26] Πρβλ. Ἐφες. β´14.

[27] Στίχοι Ἰωσήφ Βρυεννίου.

[28] Ἔξοδ. ΙΑ´2.

Δημοσιεύθηκε στη Διονύσιος Λ. Ψαριανός, Ὁμιλίες | Σχολιάστε

Ἀπό τὸ Γεροντικό

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἠσαΐας ὁ ἱερέας: «Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες ἔλεγε πώς ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει, πάνω ἀπ’ ὅλα, νά ἀποκτήσει πίστη στόν Θεό καί ν’ ἀναζητεῖ συνεχῶς καί μέ πόθο τόν Θεό. Νά ἐπιδιώκει ἐπίσης τήν κακοπάθεια, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ἁγνότητα, τή φιλανθρωπία καί τήν ἀγάπη σ’ ὅλους. Τήν ὑποταγή καί τήν πραότητα, τή μακροθυμία καί τήν ὑπομονή, τήν ἐπιθυμία γιά τόν Θεό, καί νά παρακαλεῖ συνεχῶς τόν Θεό μέ πόνο καρδιᾶς καί ἀληθινή ἀγάπη γιά νά μήν κοιτάξει ποτέ πρός τά πίσω, ἀλλά νά ἔχει στραμμένη τήν προσοχή του σ’ αὐτά πού ἀκολουθοῦν. Νά μήν ἔχει πεποίθηση στά καλά του ἔργα, δηλαδή στή διακονία του, καί νά ζητάει ἀπό τόν Θεό ἀδιάκοπα τή βοήθεια γιά ὅ,τι φέρνει ἡ κάθε μέρα».

Δημοσιεύθηκε στη Θέματα - Ὁμιλίες | Σχολιάστε

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Κοζάνης εἶναι μᾶλλον ὁ  ἀρχαιότερος ναὸς τῆς πόλης. Βρίσκεται στὸ βορειοανατολικὸ τμῆμα τῆς Κοζάνης, χτισμένος μέσα στὸ ὁμώνυμο πευκόφυτο πάρκο. Τὴ σημερινή του μορφή τὴν ἀπέκτησε μετὰ τὴν καταστροφική πυρκαγιὰ τοῦ 1993, ἀφοῦ ἀνακαινίσθηκε πλήρως, κρατώντας μόνο τοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους καὶ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἀγίου Παντελεήμονος, τὸ ὁποῖο διασώθηκε. Ὁ Ναὸς εἶναι τρισυπόστατος,    ὑπάρχουν ἐσωτερικὰ δύο παρεκκλήσια, στὸ βόρειο τμῆμα τοῦ Ἱεροῦ  τὸ Ἱ. Παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας καὶ στὸ νότιο τμῆμα τοῦ Ἱεροῦ τὸ Ἱ. Παρεκκλήσιο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Μάλιστα στὸ παλαιὸ τέμπλο ὑπῆρχαν  ξεχωριστὲς θύρες γιὰ κάθε παρεκκλήσιο, ποὺ ὅμως δὲν διατηρήθηκαν στὸ νέο.

Ναΐδριο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου μαρτυρεῖται ὅτι ὑπῆρχε, στὴν ἴδια θέση, ἀπὸ τοὺς Βυζαντινοὺς Χρόνους. Γύρω στὸ 1612, ἐξαιτίας τῶν κινημάτων καὶ τῆς πολιτικῆς ἀναταραχῆς στὴ Θεσσαλία καὶ στὴν Ἤπειρο, πλῆθος καταδιωγμένων ἔφθασε στὴν Κοζάνη καὶ προσωρινὰ, ὅπως μαρτυρεῖται, φιλοξενήθηκαν στὰ κελιὰ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἡ μαρτυρία αὐτὴ γιὰ τὴν ὕπαρξη μοναστηριοῦ, ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ Χρυσόβουλο τοῦ Κατακουζηνοῦ τοῦ 1730, ὅπου μεταξὺ τῶν κτημάτων τῆς Ἱ. Μονῆς Ὀλυμπιώτισσας Ἐλασσῶνος φέρεται καὶ “τόπος Κόζανιανης σὺν τῇ μικρᾷ ἐκκλησίᾳ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου”. Ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου δηλαδὴ ἦταν μετόχι τῆς Μονῆς Ὀλυμπιώτισσας  Ἐλασσῶνος, μέχρι τὸ 1750. 

Τὸ 1754 ὁ Ναὸς ἀνακαινίζεται ἐκ βάθρων, μὲ καινούργια θεμέλια καὶ σὲ μεγαλύτερες διαστάσεις ἐπὶ Ἐπισκόπου Ἰγνατίου. Τὴν ἐπιστασία εἶχε κάποιος μοναχὸς ὀνόματι Σωφρόνιος μὲ τὴ συνδρομὴ μιᾶς εὐσεβοῦς γυναίκας, τῆς Ζωΐνας, ἡ ὁποία στὴ συνέχεια ἔγινε μοναχή μὲ τὸ ὄνομα Ζηνοβία καὶ ὀργάνωσε τὸ μοναστήρι, τὸ ὁποῖο  φέρεται νὰ λειτούργησε μέχρι τὸ 1820, ἤ λίγο πρίν, ἀφοῦ ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀπὸ τὸ 1800 περίπου καὶ μετὰ παύει νὰ εἶναι μοναστηριακὸς καὶ λειτουργεῖ ὡς ὀργανωμένη ἐνορία. Τὰ θεμέλια αὐτοῦ τοῦ ναοῦ βρέθηκαν τὸ 1993, στὴν ἀνακαίνιση μετὰ τὴν πυρκαγιά,   τὰ ἴχνη τῶν ὁποίων  κρατήθηκαν στὸ νέο δάπεδο μὲ μάρμαρο διαφορετικοῦ χρώματος.

Τὸ 1863 ὁ Ναὸς ἀνακαινίζεται καὶ πάλι ἐκ βάθρων, στὶς σημερινές του  διαστάσεις, ἄν ἐξαιρέσουμε μόνο τὴν προσθήκη ποὺ ἔγινε πρὸς δυσμάς, τὸ 1960, ἀντικαταστώντας τὸν παλαιὸ ξύλινο γυναικονίτη. Πάνω ἀπὸ τὴ νότια πύλη ὑπάρχει μαρμάρινη ἐπιγραφὴ μὲ κεφαλαῖα γράμματα ποὺ ἀναφέρει: “Ἀνεκαινίσθη ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, συνδρομῇ τῶν εὐλαβῶν φιλοκαλῶν χριστιανῶν, ἀρχιερατεύοντος τοῦ Σ. Κυρίου Εὐγενίου, Ἐπιτρόπ. τοῦ Π. Σακελλαρίου μετὰ τοῦ Νάνου Κίρκου Χ. Τζήμκα καὶ Ζ. Τσιόπτσια μὲ πρωτομαστόρους Δ. Κοντζκό Ν. Βούλγαρη 1863 Ἀπριλίου 28”. Τὸ τέμπλο αὐτοῦ τοῦ ναοῦ κάηκε ὁλοσχερῶς μαζὶ μὲ τὶς ἱερὲς εἰκόνες, οἱ ὁποῖες χρονολογοῦνταν ἀπὸ τὸ 1863 μέχρι τὸ 1866, ἐνῶ οἱ τοιχογραφίες, κατεστραμένες σήμερα,  εἶναι ἀρκετὰ νεώτερες, γύρω στὸ 1930, ἀπὸ Κοζανίτες ἁγιογράφους. 

Ὁ Ναὸς, μετὰ τὴν πυρκαγιὰ τοῦ 1993, ἔχει ἀνακαινισθεῖ πλήρως. Ὑπολείπονται βέβαια ἀρκετὲς ἐργασίες ἐξωραϊσμοῦ, συντήρησης τῶν καμμένων τοιχογραφιῶν, κατασκευῆς γραφείων, αἰθούσης-πνευματικοῦ κέντρου, διαμόρφωσης αὐλείου χώρου, οἱ ὁποῖες, ὅταν, -μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου-, ὁλοκληρωθοῦν, θὰ ἐνισχύσουν τὴν ποιμαντικὴ διακονία τῆς Ἐνορίας.

Δημοσιεύθηκε στη Ἡ Ἐνορία μας, Ἱερός Ναός | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 88

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 87

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 86

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 85

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 84

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 83

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε

Λειμωνάριον 82

Δημοσιεύθηκε στη Λειμωνάριον | Σχολιάστε